Πάμε να φύγουμε μαμά.
Δεν είναι ώρα για να πάμε σινεμά.
Μονάχα ένας, δεν τον βλέπεις; Που πετά.
Πετάει από στέγη σ’ άλλη στέγη.
Κάποιον ζητάει . Κάτι γυρεύει.
Πάμε στο σπίτι να πιούμε ένα ζεστό.
Μόνο μ’εσένα πια το μπλε θα μοιραστώ.
Δεν είναι ώρα να κοιτάζεις τις βιτρίνες.
Ως τα Χριστούγεννα μας μένουνε δυό μήνες.
‘Η μήπως τώρα είναι κιόλας οι γιορτές
Αλλιώς τι θέλουνε παντού χρυσές κλωστές;
Γιατί στολίσαν με μαχαίρια τις βιτρίνες
και γιατί κρέμονται κεφάλια στις κουρτίνες;
Πάμε στο σπίτι μας μαμά, κρυώνω πια.
Πάει ο καιρός, σαν στρατιώτης στη σκοπιά
Είμαι μικρός μαμά, ογδόντα πια χρονώ.
Πρέπει να φτιάξουμε ένα μέλλον φωτεινό.
Η παιδική χαρά δεν είναι ήταν όπως χτες.
Παιδιά από χιόνι σε τσουλήθρες με φωτιές.
Παιδιά πνιγμένα, ηλεκτρισμένα, με σκοινιά
μαύρες στολές φορούν για μια Πρωτοχρονιά.
Δεν ήταν φίλοι μου να παίξουμε μαζί.
Με κοροϊδεύαν και με φώναζαν : χαζή.
Μονάχα άνθρωποι που καίγονται, πετούν.
Σώματα ξένα και τσιγάρο αναζητούν.
Να γνωριστούν. Ν’αγοραστούν. Ν’αγκαλιαστούν.
Κουράστηκα να τρέχω βιαστικά.
Γι’αυτό μου κρύβεις τόσα μυστικά;
Πάντοτε αμίλητη μαμά. Και δεν μ’ακούς.
Εσύ που είχες τρόπους πάντα ευγενικούς
και με προστάτευες σε κάθε επιλογή
δε μου μιλάς και δε μ’ακούς κι έχω πνιγεί.
Θέλω να μάθω γιατί μένεις απαθής.
Μου κρύβεις κάτι ή δεν θες να λυτρωθείς .
Βρεγμένη στάχτη είναι τα χέρια που κρατώ.
Και από χώμα φόρεμά σου και παλτό.
Κι αφού δεν βρέχει γιατί στάζεις με βροχή.
Κάτι μου κρύβεις από κάποια ενοχή.
Πες μου μαμά, τι είναι ετούτα που κοιτώ.
Τόσα σκουπίδια μ’έναν άρρωστο στρατό.
Τυφλοί, κουφοί κι εγώ παντού ν’ακροβατώ.
Στην πόλη τι; Στη χώρα τι; Στον κόσμο τι ;
Και τι σημαίνει αυτή η άγρια τελετή;
Γιατί στους δρόμους δεν υπάρχει άλλος κανείς
Έξω από κείνους που πετούν μεσουρανίς;
Πάμε στο σπίτι, αν υπάρχει, το ζεστό.
και αν το βρούμε, για να πιούμε ένα ζεστό.
Μόνο με σένα πια το μπλε θα μοιραστώ.
[*Το αδημοσίευτο ποίημα του Μάνου Ελευθερίου θα μελοποιηθεί το προσεχές διάστημα. Τον ευχαριστούμε θερμά για την ευκαιρία που μας έδωσε να το προδημοσιεύσουμε]
aixmi